ἔγγραφος

ἔγγρᾰφ-ος, ον, [dialect] Dor. [full] ἔγγροφος SIG712.35 ([place name] Crete),
A written, Plb.3.21.4, Luc.Herm.24, etc.; ἔγγραφα, τά, documents, OGI335.137 (Pergam.). Adv. -φως Inscr.Prien.113.37 (i B. C.), J.BJ1.27.1, SIG880.68 ([place name] Pizus), Porph.Chr.27.
II enrolled, IG12.949.
III ἔγγραφοι πατέρες, = patres conscripti, D.H.2.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγγραφος — written masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγγραφος — η, ο (AM ἔγγραφος, ον) 1. γραμμένος, γραπτός («έγγραφη βεβαίωση») 2. το ουδ. ως ουσ. το έγγραφο(ν) γραπτή διατύπωση πράξης ή συμφωνίας που αναφέρει, βεβαιώνει ή αποδεικνύει κάτι νεοελλ. φρ. α) «δημόσιο έγγραφο» αυτό που εκδίδεται από την αρμόδια… …   Dictionary of Greek

  • έγγραφος — η, ο 1. γραπτός, γραμμένος (αντίθ. προφορικός). 2. το ουδ. ως ουσ., έγγραφο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγγράφω — ἔγγραφος written masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔγγραφος written masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἐγγράφω make incisions into pres subj act 1st sg ἐγγράφω make incisions into pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφως — ἔγγραφος written adverbial ἔγγραφος written masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγγραφον — ἔγγραφος written masc/fem acc sg ἔγγραφος written neut nom/voc/acc sg ἐγγράφω make incisions into imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐγγράφω make incisions into imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφοις — ἔγγραφος written masc/fem/neut dat pl ἐγγράφω make incisions into pres opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφου — ἔγγραφος written masc/fem/neut gen sg ἐγγράφω make incisions into pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐγγράφω make incisions into imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφους — ἔγγραφος written masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφων — ἔγγραφος written masc/fem/neut gen pl ἐγγράφω make incisions into pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράφῳ — ἔγγραφος written masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.